Μεγαλώνει o πληθυσμός των γουρουνόψαρων στον Παγασητικό

Σε μεγάλο αριθμό εμφανίζεται πλέον στα νερά του Παγασητικού Κόλπου ένα ακόμη ψάρι μετανάστης, το γουρουνόψαρο ή βαλιστής. Το ψάρι αλίευσε προχθές ερασιτέχνης ψαράς που κάνει ψαροντούφεκο πολλά χρόνια και ο οποίος παρατηρώντας το ψάρι-ξενιστή ανέφερε στη «Θ» πως έχει μια μικρή προβοσκίδα στο στόμα του, ενώ διαθέτει λοφίο και ένα αγκάθι στη ράχη του.

Το ψάρι ζει στον πυθμένα της θάλασσας και χρησιμοποιώντας την προβοσκίδα του, διώχνει την άμμο και βρίσκει καβούρια, κοχύλια και άλλα βενθικά είδη.

Αναφερόμενος στην ανακάλυψη του Βολιώτη ψαροντουφεκά ο αναπληρωτής καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Ιχθυολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Θανάσης Εξαδάκτυλος δήλωσε πως το ψάρι έχει αναφερθεί ως μετανάστης στον Παγασητικό, λόγω της κλιματικής αλλαγής και της αύξησης της θερμοκρασίας της θάλασσας, όπως και άλλα είδη ψαριών, π.χ. ο λαγοκέφαλος, ωστόσο φαίνεται τώρα να εδραιώνεται. Σ’ αυτό συντείνει και το ότι, όπως ανέφεραν ψαράδες, πολύ συχνά αλιεύουν πλέον γουρουνόψαρα.

Ο λαγοκέφαλος, πρόσθεσε ο κ. Εξαδάκτυλος, διώχνει το χταπόδι, μετακινούν τα βενθικά ψάρια, όπως την καραβίδα. «Ο Παγασητικός είναι πάντα το σχολείο γι’ αυτά», σημειώνει ο αναπληρωτής καθηγητής Ιχθυολογίας, που θεωρεί ότι τα ψάρια αυτά κάτω από την κατάλληλη επεξεργασία θα φθάνουν στο πιάτο του καταναλωτή.

Το γουρουνόψαρο ή βαλιστής είναι η κοινή ονομασία στα ελληνικά του ψαριού balistes capriscus, που ζει σε υφάλους και βραχώδη μέρη της θάλασσας. Η κοινή ονομασία του πιθανότατα οφείλεται στον ήχο που βγάζει και μοιάζει με γρύλισμα χοίρου, όταν εξέρχεται από το νερό. Ίσως όμως να οφείλεται και στην προβοσκίδα που διαθέτει και η οποία μοιάζει με μούρη γουρουνιού. Δεν διαθέτει λέπια, αλλά το σώμα του καλύπτεται από σκληρό δέρμα. Διαθέτει λευκή σάρκα και είναι ψάρι βρώσιμο. Χαρακτηριστικά είναι τα πολύ δυνατά δόντια, που διαθέτει. Το συγκεκριμένο ψάρι συναντάται σε διάφορες ζεστές θάλασσες, ενώ στη Μεσόγειο είναι λεσεψιανός μετανάστης, καθώς θεωρείται ότι ήρθε τα τελευταία χρόνια μέσω της διώρυγας του Σουέζ.

Όπως είναι γνωστό, στον Παγασητικό αλιεύεται πλέον και ο λαγοκέφαλος, που έχει ήδη εξαπλωθεί στις ελληνικές θάλασσες από το 2003. Ο λαγοκέφαλος είναι ένα είδος ψαριού, το οποίο παράγει μια δηλητηριώδη τοξίνη, την τετραδοτοξίνη (ΤΤΧ), η οποία προκαλεί στον άνθρωπο αναπνευστικές διαταραχές, ανεπάρκεια του κυκλοφορικού συστήματος, μυϊκή παράλυση, ακόμη και θάνατο, σε ειδικές περιπτώσεις ευαισθησίας, σε όποιον το καταναλώσει. Θανατηφόρα περιστατικά έχουν αναφερθεί ως τώρα στον Λίβανο και το Ισραήλ.

Ο Λαγοκέφαλος ανήκει στην οικογένεια των «Καπνιστών», στην κατηγορία των ακτινοπτερυγίων. Το μέγιστο μέγεθός του φθάνει τα 110 εκατοστά και το μέγιστο βάρος του τα 7 κιλά. Το περιβάλλον διαβίωσής του είναι παράκτιοι σκόπελοι και σε βάθος από 18 μέχρι 100 μέτρα. Είναι χρώματος πρασινωπού, με καφετιά ή μαύρα σημεία, ασημένια ζώνη πάνω από το στόμα του και ασημένια κηλίδα μπροστά από το μάτι, ενώ ασημένια είναι και η κοιλιά του. Η ανθεκτικότητά του είναι πολύ χαμηλή, ο πληθυσμός του χαρακτηρίζεται προς το παρόν μικρός, ενώ ζει περισσότερο από 14 χρόνια.